28 Νοε 2016

H Γεωστρατηγική Θέση της Ελλάδας. Η Μεγάλη Εικόνα.


Απόστολος Τ. Ράντσιος

  Το ζήτημα της γεωστρατηγικής θέσης μιας χώρας είναι διαχρονικό. Γι΄ αυτό αντιμετωπίζεται μακροπρόθεσμα και όχι ευκαιριακά. Ούτε είναι γενικώς περιττή η ενασχόληση μ’ αυτό και αφορά τους λίγους ‘’ειδικούς’’. Η κατανόησή της από όλους τους πολίτες είναι σημαντικό στοιχείο αυτογνωσίας και λογικής αντίληψης της θέσης και ταυτότητάς μιας χώρας στο σύγχρονο κόσμο. Για τους λόγους αυτούς, σε μια εποχή οικονομικής και κοινωνικής κρίσης για την Ελλάδα δεν είναι πολυτέλεια η ενασχόληση με το ζήτημα αυτό. Συνεπώς δεν πρέπει να αποκλείεται ως αντικείμενο προβληματισμού, όπως ίσως θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος.

  Οι παράγοντες που προσδιορίζουν την πολιτική μιας χώρας και το ειδικό της βάρος στη διεθνή σκηνή είναι πολλοί. Απ' αυτούς άλλοι είναι σταθεροί και άλλοι προσωρινοί, άλλοι προφανείς και άλλοι υποκρυπτόμενοι. Το δυναμικό μιας περιοχής καθεαυτής και η γεωπολιτική θέση τους είναι οι δύο βασικές παράμετροι οι οποίες δρουν συσσωρευτικά με την παρέλευση του χρόνου. Από πλευράς στρατιωτικής στρατηγικής το μέγεθος της χώρας είναι πρώτιστης σπουδαιότητας ως στοιχείο άμυνας, ιδιαίτερα αν τα ζωτικά κέντρα μιας χώρας είναι απομακρυσμένα από τα σύνορα (πχ Ρωσία και άμυνα κατά του Ναπολέοντα και στο ΙΙ Παγκόσμιο Πόλεμο). Αυτά σε συνδυασμό με τεχνολογική ισχύ μπορεί να προβάλλουν μια χώρα ή μια συνεκτική συμμαχία (πχ Ε.Ε.) στο επίπεδο Μεγάλης Δύναμης (τετραρχία ΗΠΑ, Ρωσίας, Κίνας, Ινδίας) (Spykman, 1938).

  Εξάλλου, σύμφωνα με τη λογική της γεωστρατηγικής, όποιος ελέγξει την Ευρασιατική χερσαία μάζα θα ελέγξει τον πλανήτη (Brzezinski, 1997), με την προϋπόθεση φυσικά ότι θα έχει τη δυνατότητα προβολής της δύναμής του εκτός Ευρασίας. Για να επιτευχθεί αυτό το τελευταίο απαιτείται ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων.

  Μια δύναμη εκτός Ευρασίας για να ελέγξει τον πλανήτη δε χρειάζεται παρά να εμποδίζει μια χερσαία Ευρασιατική δύναμη να έχει τη δυνατότητα προβολής της δύναμής της εκτός Ευρασίας. Για να γίνει αυτό χρειάζονται επίσης ισχυρές ναυτικές δυνάμεις, που να περιορίζουν τη δράση της χερσαίας Eυρασιατικής δύναμης πέραν των ακτών της Ευρασίας, δημιουργώντας δακτύλιο που να την περιβάλει (Rimland). Αυτό δείχνει τη σημασία χωρών της περιφέρειας της  Ευρασίας. Τούτο, παρά το γεγονός της δυνατότητας αμφότερων των αντιπάλων για μη συμβατική κάθετη υπερκέραση της Rimland με τη χρησιμοποίηση πυραυλικών και αντιπυραυλικών συστημάτων. Επομένως για τις χώρες του Rimland ενδιαφέρονται οι μεν χερσαίες μεγάλες Ευρασιατικές δυνάμεις να τις ελέγξουν για την έξοδό τους από τον κλοιό, με τον οποίο τους περιβάλουν οι ναυτικές δυνάμεις εκτός Ευρασίας, ενώ οι τελευταίες ακριβώς για τον αντίθετο λόγο, δηλαδή την αποτροπή διάσπασης του δακτυλίου. Με άλλα λόγια στις χώρες της περιφέρειας της Ευρασίας συγκρούονται οι «τεκτονικές» πλάκες των εξω-ευρασιατικών ναυτικών δυνάμεων με τις χερσαίες Ευρασιατικές.  Η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία αυτών των χωρών.

  Στην κατηγορία των χερσαίων μεγάλων δυνάμεων ανήκουν η Ρωσία, η Κίνα και εν μέρει η ΕΕ και η Ινδία. Την κατηγορία των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων μονοπωλούν οι ΗΠΑ. Η ΕΕ είναι σημαντική επειδή, ειδικότερα στην περίπτωση συνεννόησης με τη Ρωσία δημιουργεί κρίσιμη μάζα για την επικράτηση στην Ευρασία και σχετική δυνατότητα προβολής της δύναμής τους σε παγκόσμιο επίπεδο, υπό προϋποθέσεις, που δεν είναι άλλες από την ανάπτυξη της αναγκαίας και ικανής ναυτικής δύναμης. Αντίθετα, η ΕΕ όντας σε συνεννόηση με τις ΗΠΑ, η ακόμα καλύτερα ελεγχόμενη απ΄ αυτές, αποδυναμώνει τη δυνατότητα της Ρωσίας να επωφεληθεί του δυναμικού της ως μείζων  γεωστρατηγικός παίκτης στην Ευρασία.

  Ο κόσμος σήμερα έχει συρρικνωθεί σε ένα «παγκόσμιο χωριό» και οι διεθνείς συνθήκες παρεμποδίζουν τον αναθεωρητισμό των συνόρων και συνεπώς την εδαφική επέκταση των χωρών. Ο «ζωτικός χώρος» (lebensraum) δεν προσδιορίζεται πλέον γεωγραφικά ούτε αντιστοιχεί σε κράτη. Τις προϋποθέσεις  γεωγραφικής και στρατιωτικο-πολιτικής αποικιοποίησης έχει υποκαταστήσει ο καθαρός οικονομικός ιμπεριαλισμός, που εκφράζεται κυρίως από τον χρηματοπιστωτικό επιχειρηματικό τομέα και τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Παρόλ’ αυτά ο έλεγχος χωρών κατά τη λογική του Rimland ουδόλως έχει χάσει την αξία του. Αντίθετα αποτελεί το εργαλείο επιβολής της οικονομικής επιρροής σε μια καινοφανή εφαρμογή της ‘’πολιτικής των κανονιοφόρων’’, σε περιφερειακές δυνάμεις.

  Στο σημείο αυτό τίθεται το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας των καθέκαστα χωρών, ειδικότερα εκείνων της Rimland. Η απώλεια ή απομείωση της εθνικής ανεξαρτησίας δεν είναι ζήτημα του όλου ή του μηδενός. Σε ότι αφορά στη χώρα μας, βλέπουμε στις μέρες μας τη σταδιακή διολίσθηση προς την απώλειά της, επειδή δεν βρεθήκαμε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε με αποφασιστικότητα μικρές προκλήσεις, προτιμώντας την ιστορικά πάντοτε αποτυχημένη πολιτική του κατευνασμού του αντιπάλου αντί εκείνης της αξιόπιστης και ευέλικτης αποτροπής. Δεν διδαχτήκαμε τίποτε από τον Περικλή, που στην πρώτη δημηγορία του πριν αρχίσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος λέει χαρακτηριστικά σχετικά με το Μεγαρικό ψήφισμα (*): «υμών δε μηδείς νομίση  περί βραχέος αν πολεμείν,… Το γαρ βραχύ τι τούτον πάσαν υμών έχει την βεβαίωσιν και πείραν γνώμης. Οις ει ξυγχωρήσετε, και άλλο τι μείζον ευθύς επιταχθήσεσθε ως φόβω και τούτου υπακούσαντες». Με άλλα λόγια, να γνωρίζουν όλοι, απαντώντας αναλογικά και ευέλικτα σε κάθε πρόκληση, όσο ασήμαντη κι αν φαίνεται, ότι, αν χρειαστεί, θέλουμε, μπορούμε και είμαστε έτοιμοι να δώσουμε «φωτιά στη φωτιά» όπως λέει ο Ελύτης στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

  Η όποια παραίτηση από τα κυριαρχικά δικαιώματά μας, που είναι φυσική προϋπόθεση λειτουργίας υπερεθνικών οργανισμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί να είναι ετεροβαρής, σε σχέση με τους εταίρους μας και νοείται μόνο στη βάση της ισοτιμίας και της αρχής της αναλογικότητας. Διαφορετικά είναι δουλεία επαχθής. Τούτο επειδή χωρίς κατοχυρωμένη εθνική ανεξαρτησία δε μπορεί να υπάρξουν αναγνωρισμένα και καλά προστατευόμενα πολιτικά δικαιώματα, για όλους τους πολίτες, χωρίς τα οποία δε μπορεί να υπάρξει αυθεντική εσωτερική ειρήνη και γαλήνη, που είναι προϋπόθεση για την ύπαρξη κοινωνικής δικαιοσύνης, χωρίς την οποία, πάλι, δε μπορεί να υπάρξει κράτος δικαίου, που να υποστηρίζεται από ενσυνείδητους πολίτες έτοιμους να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία. Αυτή είναι συνεχής πρόκληση για κάθε δημοκρατική πολιτεία που στηρίζεται στο κράτος δικαίου.

  Οι συνθήκες ρευστότητας, που επικρατούν σήμερα, δημιουργούν προϋποθέσεις για τον ανταγωνισμό μεταξύ χωρών του Rimland. Δηλαδή, πέραν του ανταγωνισμού μεταξύ χερσαίων και ναυτικών μεγάλων δυνάμεων, όπως αυτός εκδηλώνεται για τον έλεγχο των χωρών του Rimland υπάρχει και ο ανταγωνισμός μεταξύ γειτονικών χωρών του Rimland στην προσπάθεια της καθεμιάς να προσθέσει υπεραξία στον εαυτό της έναντι των ανταγωνιστών γειτόνων της. Με άλλα λόγια την αύξηση του ειδικού βάρους μιας χώρας μεταξύ των γειτονικών της, ώστε να είναι πιο ‘’χρήσιμη’’ για τις μεγάλες δυνάμεις, πράγμα που θα της δίνει και μια σχετικά αυξημένη δυνατότητα ελιγμών μεταξύ των επιδιώξεων των μεγάλων δυνάμεων, στα πλαίσια των δυνατοτήτων που παρέχουν δευτερεύοντες παράμετροι γεωστρατηγικής σημασίας. Τέτοιες παράμετροι περιλαμβάνουν, εκτός από τον γεωγραφικό παράγοντα, την πυκνότητα του πληθυσμού, την οικονομική δομή και ισχύ της χώρας, την εθνική σύνθεση του πληθυσμού.

  Αυτής της μορφής είναι ο σύγχρονος ανταγωνισμός για το Αιγαίο μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Ο γεωστρατηγικός χώρος Ελλάδας-Τουρκίας στη λογική του Rimland αντιμετωπίζεται ενιαία. Πέρα από το ιστορικό βάρος και τις εξ αυτού διαφορές με την Τουρκία η συνεχής επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν είναι άσχετη από το γεωστρατηγικό ανταγωνισμό και επιβαρύνεται απ’ αυτόν.

  Παρατηρούμε καταρχήν ότι ο χώρος και ο εξ αυτού έλεγχος της περιοχής διασπάται και δυσκολεύεται η ενιαία αντιμετώπιση του ελέγχου, εξαιτίας του γεγονότος ότι τα Στενά Βοσπόρου-Ελλησπόντου ανήκουν γεωγραφικά σε άλλη χώρα και το Αιγαίο σε άλλη. Τα Στενά και το Αιγαίο λειτουργούν ως πρώτη και δεύτερη γραμμή άμυνας αντίστοιχα, έναντι της μεγάλης χερσαίας δύναμης.  Ευρίσκονται όμως κάτω από διαφορετικό πρωτογενή έλεγχο. Εξάλλου, δεδομένου του περιορισμένου βάθους της πρώτης γραμμής άμυνας (Στενά) του ενιαίου χώρου Στενών-Αιγαίου, ο  έλεγχος του Αιγαίου είναι κρίσιμος για την έξοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο ή την παρεμπόδισή της να το πράξει.

  Η Τουρκία έχοντας πέραν αμφιβολίας τον έλεγχο της πρώτης γραμμής άμυνας  (των Στενών), που όμως στερείται στρατηγικού βάθους, επιδιώκει τον έλεγχο και του Αιγαίου για την ενίσχυση της θέσης της, με τον έλεγχο και της δεύτερης γραμμής άμυνας (Αιγαίο). Αυτός είναι ο λόγος που ακόμα και  αν ικανοποιηθεί η Τουρκία στην τωρινή επιδίωξή της για τον αεροναυτικό έλεγχο του Αιγαίου μέχρι τον 25ο μεσημβρινό, αμέσως θα επιδιώξει να κινηθεί δυτικότερα. Στην κίνησή της αυτή, το ολιγότερο, δεν αποθαρρύνεται από τις ΗΠΑ, που προφανώς προτιμούν να έχουν να κάνουν με μία και όχι με δύο χώρες όσον αφορά στον έλεγχο του ζωτικού χώρου των Στενών Βοσπόρου-Ελλησπόντου και Αιγαίου. Στην επιλογή τους αυτή, υπέρ της Τουρκίας, οι ΗΠΑ διευκολύνονται από το γεγονός ότι το αντίστροφο, η διεκδίκηση δηλαδή από την Ελλάδα των Στενών, όπως φαίνεται από τα προλεγόμενα, είναι εκτός συζήτησης.

  Βλέποντας τα πράγματα από σκοπιά έξω από τις χώρες της περιοχής, παρατηρούμε ότι ο έλεγχος των Στενών Βοσπόρου-Ελλησπόντου και του Αιγαίου άμεσα ή έμμεσα από τις ΗΠΑ, όπως παλαιότερα από την Αγγλία, είναι σημαντικός γεωστρατηγικός όρος για την αναχαίτιση της Ρωσικής πρόσβασης στη Μεσόγειο, που θα λειτουργούσε αυτόματα ως εφαλτήριο προβολής της δύναμής της στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή. Επομένως, για μια ναυτική μεγάλη δύναμη που προσπαθεί να ελέγξει την Ευρασία χρησιμοποιώντας ναυτικό κλοιό η απώλεια ελέγχου των Στενών και του Αιγαίου ως ενιαίου χώρου είναι αδιανόητη.

  Ο αγώνας για τον έλεγχο του Αιγαίου δεν είναι καινοφανής αλλά διαχρονικός. Αναφέρομαι ενδεικτικά στην εφήμερη κατοχή των Κυκλάδων από το Ρωσικό στόλο κατά τον Α΄ Ρωσοτουρκικό Πόλεμο 1770-1774 (Ορλωφικά – Συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή), καθώς και στην πρόθεση του Λάμπρου Κατσώνη (Β΄ Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, 1787-1792) να δημιουργήσει κυρίαρχο νησιωτικό κράτος στο Αιγαίο. Επίσης, ενδεικτικό είναι να αναφερθεί ότι η καταστροφή του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου στο Ναβαρίνο (Οκτώβριος 1827) χαρακτηρίστηκε στο Λονδίνο ως «απρόοπτο συμβάν» (untoward event).

  Αν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, πως υλοποιείται ο έλεγχος των Στενών-Αιγαίου από τη μεγάλη ναυτική δύναμη; Οι επιλογές που έχει είναι είτε απευθείας η ίδια είτε έμμεσα από την Τουρκία και Ελλάδα. Στη δεύτερη περίπτωση, ειδικότερα για την Ελλάδα, τίθεται ζήτημα εμπιστοσύνης. Η Ελλάδα έχει μακροχρόνιους ιστορικούς δεσμούς με τη Ρωσία γεγονός που δεν είναι της ώρας να αναλυθεί. Πόσο επηρεάζει αυτός ο δεσμός την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ προς τη χώρα μας; Προφανώς αρκετά ώστε, πέραν του έμμεσου ελέγχου, οι ΗΠΑ να θέλουν οι ίδιες να έχουν βάση σε Ελληνικό έδαφος (Σούδα), αλλά και να υποδαυλίζουν την τουρκική βουλιμία, ώστε τελικά ο έλεγχος Στενών-Αιγαίου να περιέλθει εις χείρας μιας χώρας αντί δύο που υπάρχουν τώρα. Επιπλέον, να τους δίνεται η ευκαιρία απευθείας παρεμβάσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο για τον έλεγχο της Κύπρου.

Πέραν αυτών, για τον πλήρη έλεγχο της περιοχής χρειάζεται ο έλεγχος και των δύο ακτών του Αιγαίου από την ίδια δύναμη. Το γεγονός ότι υπάρχει διαφορετική κυριαρχία στις δύο ακτές του Αιγαίου προκαλεί αντιπαραθέσεις. Ιστορικά, από την εποχή του Τρωικού και των Περσικών πολέμων, η διαφοροποίηση της κυριαρχίας μεταξύ των δύο ακτών του Αιγαίου ήταν πάντοτε αιτία τριβών και η προσπάθεια επικράτησης της μιας ή της άλλης πλευράς συνεχής μέχρι την επίτευξή της.

  Το ερώτημα της εμπιστοσύνης των ΗΠΑ προς την  Ελλάδα είναι κρίσιμο. Μπορεί άραγε αυτό να απαντηθεί με πλήρη παράδοση στην ισχυρή ναυτική χώρα; Πολύ περισσότερο αφού η Ελλάδα είναι παγκόσμια ναυτιλιακή δύναμη; Πιστεύω ότι η απάντηση είναι όχι και τούτο όχι μόνο εξαιτίας των ισχυρών ιστορικών δεσμών που η Ελλάδα έχει με τη Ρωσία, αλλά και διότι μπορεί η Τουρκία να χρησιμοποιείται ως ενεργούμενο, για τον πλήρη έλεγχο απ’  αυτήν όλου του χώρου Στενών-Αιγαίου. Ο έλεγχος αυτός, τουλάχιστον σε μια πρώιμη φάση, δεν είναι αναγκαίο να προϋποθέτει κατοχή των νησιών του Αρχιπελάγους. Είναι αρκετός ο πλήρης αεροναυτικός έλεγχος με οτιδήποτε αυτό σημαίνει και συνεπάγεται. Στην αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης η Ελλάδα πρέπει μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις.

  Έτσι, η απάντησή μας πρέπει να είναι ισχυρή αυτόνομη αεροναυτική δύναμη, που να εξασφαλίζει απόλυτη κυριαρχία στο Αιγαίο, πράγμα που επίσης επιχειρεί η Τουρκία, με αξιόπιστη δυνατότητα προβολής της ισχύος μας σε όλη την Κεντρική και κυρίως Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα με νίκες στη θάλασσα έγινε ανεξάρτητο κράτος και με αδιαμφισβήτητη επικράτηση στο Αιγαίο κατοχύρωσε τη νίκη και τα κέρδη των Βαλκανικών Πολέμων. Ο έλεγχος της θάλασσας είναι όρος διατήρησης της ανεξαρτησίας της χώρας. Ιστορικά η τύχη της παίχτηκε πάντοτε στη θάλασσα (π.χ. Σαλαμίνα, 480 πχ).

  Η Ελλάδα δε μπορεί να επιβιώσει ως παρασιτική απόφυση της όποιας παγκόσμιας ναυτικής υπερδύναμης, αν δεν προβάλει αυτόνομη ισχύ που να υπολογίζεται τόσο από την Τουρκία, όσο και από τη Ρωσία. Χρειάζεται να:
  • αντιληφθεί ότι μακροπρόθεσμα δεν υπάρχουν περιθώρια συμβιβασμού με την Τουρκία στο Αιγαίο. ΄Η εμείς ή εκείνοι.
  • ασκήσει έναντι της Τουρκίας αξιόπιστη και ευέλικτη αποτρεπτική και όχι κατευναστική πολιτική.
  • αναπτύξει την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη αεροναυτική ισχύ
  • συσφίξει στο απόλυτο τις σχέσεις της με το έτερο ελληνικό κράτος την Κύπρο, η διατήρηση της ελληνικότητας του οποίου είναι όρος επιβίωσης για Ελλάδα και Κύπρο.
  • καλλιεργήσει με τη Ρωσία, στο μέτρο του δυνατού, αμοιβαίες σχέσεις συνάδουσες με «μαλακή ισχύ» (εμπόριο, τουρισμός, πολιτισμός, θρησκεία, επιχειρηματικές επενδύσεις, ναυτιλία).
  • Καλλιεργήσει ανάλογες σχέσεις με τις λοιπές χώρες του BRICS, ειδικότερα την Κίνα.
  Αυτά γιατί όπως λέει ο Τζωρτζ Φρίντμαν, πρόεδρος του Ομίλου Stratfor, «το νόημα της στρατηγικής είναι να προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο ελπίζοντας για το καλύτερο».

----------------------------------------
(*) Στις διαβουλεύσεις τις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου οι Σπαρτιάτες επέμεναν κυρίως, για να μην γίνει πόλεμος, στη ανάκληση από τους Αθηναίους του Μεγαρικού Ψηφίσματος, με το οποίο επιβαλλόταν στους Μεγαρείς εμπορικό εμπάργκο σε όλες τις πόλεις που ελεγχόταν από τους Αθηναίους.



Βιβλιογραφία:
Bordonaro Federico (2009) Rediscovering Spykman – the Rimland, Geography of Peace and Foreign Policy. www.exploringgeopolitics.org/publication_bordonaro_federico_rediscovering_spykman_rimland_geography_peace_foreign_policy. Retrieved, August 2015. 
Brzezinski Zbigniew (1997). Η Μεγάλη Σκακιέρα, ΄Εκδοση: Λιβάνης.
Collins, Randal (1982). Sociology since Midcentury. Academic Press.
Collins, Randal (1986). Weberian Sociological Theory. Cambridge University Press.
Smith, W. (1980). Friedrich Ratzel and the Origins of Lebensraum. German Studies Review, 3, no 1: 51-68
Spykmam, Nicholas John (1938). Geography and Foreign Policy I, in ‘’American Political Science Review’’, n. 1, February 1938, pp. 28-50.




0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας ...

Περισσότερα...

αναζήτηση


ενημέρωση με email

προσθέστε το email σας
για να λαμβάνετε ενημερώσεις
των νέων αναρτήσεων